Οι τρόποι και οι τάσεις στην κατανάλωση αλκοολούχων ποτών ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των διαφόρων περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Οι τρόποι και οι τάσεις στην κατανάλωση αλκοολούχων ποτών ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των διαφόρων περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Μια ανακοίνωση από το περιφερειακό γραφείο της Ευρώπης για το αλκοόλ στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιβεβαιώνει ότι οι σκανδιναβικές χώρες έχουν έναν δείκτη της επικινδυνότητας κατανάλωσης οινοπνεύματος κατά πολύ περισσότερο από ό,τι οι χώρες στη κεντροδυτική και νότια Ευρώπη. 

Ο ευρωπαϊκός οινικός κλάδος δέχθηκε με ικανοποίηση την παρουσίαση στην Κοπεγχάγη μιας νέας έκθεσης της ΠΟΥ συνχορηγός της Ευρώπης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αναλύει τις συνήθειες κατανάλωσης αλκοόλ, την βλάβη που οφείλεται σε υπερβολική κατανάλωση και τις πιθανές διαδρομές για τη βελτίωση της υγείας του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Η έκθεση επισημαίνει σημαντικές διαφορές στα διαφορετικά περιφερειακά καταναλωτικά πρότυπα και τις επιπτώσεις στην υγεία που σχετίζονται με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Η έκθεση αποκαλύπτει ότι οι κοινωνικές, πολιτιστικές, οικονομικές και γεωγραφικές διαφορές στις χώρες της ΕΕ επιτρέπουν να διαιρεθεί η Ένωση σε αρκετές ομάδες που παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις στους τρόπους και τις τάσεις των καταναλωτών. Υπάρχουν όντως σημαντικές διαφορές, όχι μόνο ως προς την ποσότητα του αλκοόλ που καταναλώνεται κατά κεφαλή (η μεγαλύτερη κατανάλωση στο παρατηρείται στην κεντρική Ευρώπη, με 14,5 λίτρα καθαρής αλκοόλης ανά ενήλικα ανά έτος έναντι 10 λίτρων στις σκανδιναβικές χώρες) και την εξέλιξή του τα τελευταία δέκα χρόνια (αύξηση στις σκανδιναβικές χώρες και την Ανατολική Ευρώπη και  μείωση στη Δυτική Ευρώπη και Νότια), αλλά κυρίως για το καταναλωτικές συνήθειες: οι Σκανδιναβικές χώρες παρουσιάζουν ένα δείκτη επικίνδυνότητας* κατανάλωσης οινοπνεύματος 2,8 (σε κλίμακα από 1 έως 5, με 1 βαθμολογείται το λιγότερο επικίνδυνο επίπεδο και 5 το πιο επικίνδυνο). Για τις άλλες περιοχές οι δείκτες είναι αντίστοιχα: 2,9 για την κεντρική Ευρώπη, 1,5 για την Κεντροδυτική και Δυτική Ευρώπη και σημαντικά χαμηλότερο για την Νότια Ευρώπη 1,1. 

"Όλες οι καταναλώσεις αλκοολούχων ποτών δεν έχουν τις ίδιες συνέπειες. Τα πάντα εξαρτώνται από το τι καταναλώνεται και με ποιον τρόπο", λέει ο καθηγητής Jürgen Rehm, Διευθυντής του Τμήματος Κοινωνικής Επιδημιολογικής και Ψυχικής Υγείας του Κέντρου Τοξικομανίας Τορόντο. 

"Τα καταναλωτικά πρότυπα έχουν σημαντική συμμετοχή!" δηλώνει Jose Ramon Fernandez, Γενικός Γραμματέας της CEEV. "Αυτή η έκθεση ενισχύει την πεποίθησή μας ότι οι συνέπειες της κατανάλωσης αλκοόλ ποικίλουν ανάλογα με τα πρότυπα κατανάλωσης των ποτών και των πολιτισμικών πλαισίων. Δεδομένης της σημασίας της κατανόησης των διαφόρων μορφών κατανάλωσης οινοπνεύματος και τους συνέπειες, και την αντιμετώπιση τους στο πλαίσιο αυτό, πιστεύουμε ότι μια ενιαία και αδιάκριτη προσέγγιση θα ήταν αναποτελεσματική σήμερα για να βρούμε τις λύσεις που θα περιορίσουν τις βλάβες που συνδέονται με την κατάχρηση αλκοόλ". 

Παρά τα κρατικά μονοπώλια, τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές και την απαγόρευση της διαφήμισης που εφαρμόζονται από τις χώρες της βόρειας Ευρώπης, οι χώρες αυτές εξακολουθούν να εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά ευκαιριακής χωρίς μέτρο κατανάλωσης, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων. Επιπλέον, όταν τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται με υπερβολή, μπορεί να οδηγήσουν σε απρόβλεπτες συνέπειες, όπως η εμφάνιση μαύρων αγορών και παράνομων προϊόντων. Αντίθετα στις χώρες της Δυτικής και Νότιας Ευρώπης τα τελευταία είκοσι χρόνια παρατηρείται μια σημαντική μείωση του όγκου του κρασιού που καταναλώνεται, και οι καταναλωτές στρέφονται περισσότερο σε ποιοτικά κρασιά που δεν επιβαρύνονται με ειδικούς φόρους κατανάλωσης και δεν βρίσκονται κάτω από σημαντικούς περιορισμούς όσον αφορά τη διαθεσιμότητα και την εμπορία. 

"Μια πολιτική για το αλκοόλ «σκανδιναβικού τύπου» (υψηλή φορολογία, περιορισμοί στη διαφήμιση και περιορισμένη διαθεσιμότητα) δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματική παντού σε ολόκληρη την ΕΕ, για να μειώσει τις βλάβες που συνδέονται με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ", δηλώνει ο Χοσέ Ραμόν Φερνάντες (πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Παραγωγών Οίνου, CEEV). 

«Αντίθετα, πιστεύουμε ότι oι καλές πρακτικές και τα πρότυπα κατανάλωσης, που είναι παρουσιάζουν τον μικρότερο κίνδυνο πρέπει να προβάλλονται και να ακολουθούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν η μέτρια και υπεύθυνη κατανάλωση οίνου είναι συμβατή με έναν υγιεινό τρόπο ζωής για τους περισσότερους ενήλικες, αντίθετα αναγνωρίζεται ότι τα πρότυπα κατάχρησης και ανθυγιεινής κατανάλωσης αυξάνουν τον κίνδυνο προβλημάτων υγείας". 

* Δείκτης επικινδυνότητας: Για τον καθορισμό του λαμβάνονται υπ' όψη διάφοροι συντελεστές όπως το ποσοστό κατανάλωσης αλκοόλ εκτός των γευμάτων, η κατανάλωση σε δημόσιους χώρους ακανόνιστα και χωρίς μέτρο.